懐を肥やす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλουτίζω εις βάρος άλλων, γεμίζω τις τσέπες μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 懐を肥やす
- Παρόν (ευγενικό)
- 懐を肥やします
- Άρνηση (απλή)
- 懐を肥やさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 懐を肥やしません
- Παρελθόν (απλό)
- 懐を肥やした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 懐を肥やしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 懐を肥やさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 懐を肥やしませんでした
- Τε-μορφή
- 懐を肥やして
- Δυνητική
- 懐を肥やせる
- Προστακτική
- 懐を肥やせ
- Βουλητική
- 懐を肥やそう
- Υποθετική (ば)
- 懐を肥やせば
- Υποθετική (たら)
- 懐を肥やしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 懐を肥やしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 懐を肥やすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 懐を肥やしなさい
- Παθητική
- 懐を肥やされる
- Αιτιατική
- 懐を肥やさせる