かいほう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατηρώ (μια σκέψη, ένα συναίσθημα κ.λπ.) στο μυαλό μου
  2. 02 απαρχαιωμένο αγκαλιάζω, κρατώ στην αγκαλιά μου
  3. 03 αρχαϊκό κόρφος, εσωτερική τσέπη

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐抱する
Παρόν (ευγενικό)
懐抱します
Άρνηση (απλή)
懐抱しない
Άρνηση (ευγενική)
懐抱しません
Παρελθόν (απλό)
懐抱した
Παρελθόν (ευγενικό)
懐抱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐抱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐抱しませんでした
Τε-μορφή
懐抱して
Δυνητική
懐抱できる
Προστακτική
懐抱しろ
Βουλητική
懐抱しよう
Υποθετική (ば)
懐抱すれば