かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμφιβολία, σκεπτικισμός, δυσπιστία

Κλίση

Παρόν (απλό)
懐疑する
Παρόν (ευγενικό)
懐疑します
Άρνηση (απλή)
懐疑しない
Άρνηση (ευγενική)
懐疑しません
Παρελθόν (απλό)
懐疑した
Παρελθόν (ευγενικό)
懐疑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懐疑しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懐疑しませんでした
Τε-μορφή
懐疑して
Δυνητική
懐疑できる
Προστακτική
懐疑しろ
Βουλητική
懐疑しよう
Υποθετική (ば)
懐疑すれば