懲こりる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παθαίνω και μαθαίνω, βάζω μυαλό από τα παθήματά μου
  2. 02 αποθαρρύνομαι, χορταίνω από κάτι, αηδιάζω

Παραδείγματα

  • 私わたしはもう二度にどとしないと懲こりた。

    Έμαθα το μάθημά μου και δεν θα το ξανακάνω.

  • 失敗しっぱいから懲こりて、次つぎからはもっと注意ちゅういしようと思おもう。

    Έβαλα μυαλό από την αποτυχία μου και σκέφτομαι να είμαι πιο προσεκτικός την επόμενη φορά.

  • 何度なんども同おなじ過あやまちを繰くり返かえし、ようやく自分じぶんの愚おろかさに懲こりて、新あらたな気持きもちで再出発さいしゅっぱつすることを決意けついした。

    Επαναλαμβάνοντας το ίδιο λάθος πολλές φορές, επιτέλους έβαλα μυαλό από την ανοησία μου και αποφάσισα να κάνω ένα νέο ξεκίνημα με φρέσκια διάθεση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
懲りる
Παρόν (ευγενικό)
懲ります
Άρνηση (απλή)
懲りない
Άρνηση (ευγενική)
懲りません
Παρελθόν (απλό)
懲りた
Παρελθόν (ευγενικό)
懲りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懲りなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懲りませんでした
Τε-μορφή
懲りて
Δυνητική
懲りられる
Προστακτική
懲りろ
Βουλητική
懲りよう
Υποθετική (ば)
懲りれば