へだてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω απόσταση μεταξύ, αποξενώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
懸け隔てる
Παρόν (ευγενικό)
懸け隔てます
Άρνηση (απλή)
懸け隔てない
Άρνηση (ευγενική)
懸け隔てません
Παρελθόν (απλό)
懸け隔てた
Παρελθόν (ευγενικό)
懸け隔てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
懸け隔てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
懸け隔てませんでした
Τε-μορφή
懸け隔てて
Δυνητική
懸け隔てられる
Προστακτική
懸け隔てろ
Βουλητική
懸け隔てよう
Υποθετική (ば)
懸け隔てれば