成なし遂とげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, φέρω εις πέρας, εκτελώ

Παραδείγματα

  • 夢ゆめを成なし遂とげたい。

    Θέλω να πραγματοποιήσω το όνειρό μου.

  • 彼かれは目標もくひょうを成なし遂とげるために、毎日まいにち努力どりょくしています。

    Εργάζεται σκληρά κάθε μέρα για να πετύχει τους στόχους του.

  • 困難こんなんな状況じょうきょうにもかかわらず、彼女かのじょは見事みごとにその大役たいやくを成なし遂とげました。

    Παρά τις δύσκολες συνθήκες, εκείνη έφερε εις πέρας τον σημαντικό της ρόλο με μεγάλη επιτυχία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
成し遂げる
Παρόν (ευγενικό)
成し遂げます
Άρνηση (απλή)
成し遂げない
Άρνηση (ευγενική)
成し遂げません
Παρελθόν (απλό)
成し遂げた
Παρελθόν (ευγενικό)
成し遂げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成し遂げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成し遂げませんでした
Τε-μορφή
成し遂げて
Δυνητική
成し遂げられる
Προστακτική
成し遂げろ
Βουλητική
成し遂げよう
Υποθετική (ば)
成し遂げれば