成なす

ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχηματίζω, φτιάχνω, κάνω, αποτελώ
  2. 02 δημιουργώ, συσσωρεύω (π.χ. περιουσία), ιδρύω, εγκαθιστώ
  3. 03 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, κερδίζω (φύμη), αποκτώ
  4. 04 αλλάζω (σε), μετατρέπω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως 為す κάνω, διαπράττω, διεξάγω, πραγματοποιώ, προκαλώ, επιφέρω
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα κάνω επίτηδες, πράττω σκόπιμα

Παραδείγματα

  • 夢ゆめを成なす。

    Πραγματοποιώ ένα όνειρο.

  • 彼かれは若わかくして、その分野ぶんやで名声めいせいを成なしました。

    Κατάφερε να αποκτήσει φήμη στον τομέα αυτό σε νεαρή ηλικία.

  • 彼かれらの貢献こうけんがなければ、この計画けいかくを成なすことはできなかったでしょう。

    Χωρίς τη συμβολή τους, δεν θα μπορούσαμε να υλοποιήσουμε αυτό το σχέδιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
成す
Παρόν (ευγενικό)
成します
Άρνηση (απλή)
成さない
Άρνηση (ευγενική)
成しません
Παρελθόν (απλό)
成した
Παρελθόν (ευγενικό)
成しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成しませんでした
Τε-μορφή
成して
Δυνητική
成せる
Προστακτική
成せ
Βουλητική
成そう
Υποθετική (ば)
成せば