りすます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υποδύομαι, προσποιούμαι κάποιον άλλον, παριστάνω κάποιον άλλο, μεταμφιέζομαι σε κάποιον άλλον
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μεταμορφώνομαι πλήρως, γίνομαι ολοκληρωτικά κάτι άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
成りすます
Παρόν (ευγενικό)
成りすまします
Άρνηση (απλή)
成りすまさない
Άρνηση (ευγενική)
成りすましません
Παρελθόν (απλό)
成りすました
Παρελθόν (ευγενικό)
成りすましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成りすまさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成りすましませんでした
Τε-μορφή
成りすまして
Δυνητική
成りすませる
Προστακτική
成りすませ
Βουλητική
成りすまそう
Υποθετική (ば)
成りすませば