成り果てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταντώ (π.χ. στη φτώχεια), καταλήγω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 成り果てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 成り果てます
- Άρνηση (απλή)
- 成り果てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 成り果てません
- Παρελθόν (απλό)
- 成り果てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 成り果てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 成り果てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 成り果てませんでした
- Τε-μορφή
- 成り果てて
- Δυνητική
- 成り果てられる
- Προστακτική
- 成り果てろ
- Βουλητική
- 成り果てよう
- Υποθετική (ば)
- 成り果てれば
- Υποθετική (たら)
- 成り果てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 成り果てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 成り果てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 成り果てなさい
- Παθητική
- 成り果てられる
- Αιτιατική
- 成り果てさせる