ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτελούμαι από, συγκροτούμαι από, συνίσταμαι από
  2. 02 συνάπτομαι (π.χ. για συμφωνία), ισχύω (π.χ. για θεωρία), είμαι έγκυρος
  3. 03 είμαι βιώσιμος (για επιχείρηση, τρόπο ζωής κ.λπ.), συνεχίζω, διατηρούμαι

Παραδείγματα

  • このチームは三人さんにんっています。

    Αυτή η ομάδα αποτελείται από τρία άτομα.

  • 相手あいて意見いけんかないと、会話かいわちません

    Αν δεν ακούς τη γνώμη του άλλου, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει.

  • そのビジネスモデルは、現状げんじょうのままでは長期的ちょうきてきのがむずかしいでしょう。

    Αυτό το επιχειρηματικό μοντέλο, όπως είναι τώρα, δύσκολα θα μπορέσει να είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
成り立つ
Παρόν (ευγενικό)
成り立ちます
Άρνηση (απλή)
成り立たない
Άρνηση (ευγενική)
成り立ちません
Παρελθόν (απλό)
成り立った
Παρελθόν (ευγενικό)
成り立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成り立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成り立ちませんでした
Τε-μορφή
成り立って
Δυνητική
成り立てる
Προστακτική
成り立て
Βουλητική
成り立とう
Υποθετική (ば)
成り立てば