せいけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 成形 διαμόρφωση, σχηματοποίηση, πλάσιμο
  2. 02 ειδικά ως 成型 χυτεύσιμο, καλουπάρισμα, χύτευση, συμπίεση (π.χ. στη μεταλλουργία)
  3. 03 ενήλικη μορφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
成形する
Παρόν (ευγενικό)
成形します
Άρνηση (απλή)
成形しない
Άρνηση (ευγενική)
成形しません
Παρελθόν (απλό)
成形した
Παρελθόν (ευγενικό)
成形しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成形しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成形しませんでした
Τε-μορφή
成形して
Δυνητική
成形できる
Προστακτική
成形しろ
Βουλητική
成形しよう
Υποθετική (ば)
成形すれば