せいおさめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σημειώνω επιτυχία, φέρνω σε πέρας με επιτυχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
成果を収める
Παρόν (ευγενικό)
成果を収めます
Άρνηση (απλή)
成果を収めない
Άρνηση (ευγενική)
成果を収めません
Παρελθόν (απλό)
成果を収めた
Παρελθόν (ευγενικό)
成果を収めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成果を収めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成果を収めませんでした
Τε-μορφή
成果を収めて
Δυνητική
成果を収められる
Προστακτική
成果を収めろ
Βουλητική
成果を収めよう
Υποθετική (ば)
成果を収めれば