成せい立りつ

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχηματισμός, ίδρυση, σύσταση, υλοποίηση, πραγμάτωση, γένεση
  2. 02 σύναψη (π.χ. συμφωνίας), επίτευξη (π.χ. συμφωνίας), έγκριση, ολοκλήρωση, κλείσιμο, θέσπιση, ρύθμιση
  3. 03 ισχύω (για θεωρία, επιχείρημα κ.λπ.), εφαρμόζομαι

Παραδείγματα

  • 計画けいかくが成立せいりつした。

    Το σχέδιο εγκρίθηκε.

  • 議論ぎろんの結果けっか、合意ごういが成立せいりつしました。

    Ως αποτέλεσμα της συζήτησης, επετεύχθη συμφωνία.

  • この条件じょうけんが満みたされない限かぎり、その契約けいやくは成立せいりつしません。

    Εφόσον δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, το συμβόλαιο δεν μπορεί να συναφθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
成立する
Παρόν (ευγενικό)
成立します
Άρνηση (απλή)
成立しない
Άρνηση (ευγενική)
成立しません
Παρελθόν (απλό)
成立した
Παρελθόν (ευγενικό)
成立しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成立しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成立しませんでした
Τε-μορφή
成立して
Δυνητική
成立できる
Προστακτική
成立しろ
Βουλητική
成立しよう
Υποθετική (ば)
成立すれば