じょうどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκληρώνω το μονοπάτι προς τη φώτιση (μέσω της επίτευξης της βουδικής κατάστασης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
成道する
Παρόν (ευγενικό)
成道します
Άρνηση (απλή)
成道しない
Άρνηση (ευγενική)
成道しません
Παρελθόν (απλό)
成道した
Παρελθόν (ευγενικό)
成道しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成道しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成道しませんでした
Τε-μορφή
成道して
Δυνητική
成道できる
Προστακτική
成道しろ
Βουλητική
成道しよう
Υποθετική (ば)
成道すれば