せいちょうはば

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακόπτω την ανάπτυξη (π.χ. φυτών, κάποιου), εμποδίζω την ανάπτυξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
成長を阻む
Παρόν (ευγενικό)
成長を阻みます
Άρνηση (απλή)
成長を阻まない
Άρνηση (ευγενική)
成長を阻みません
Παρελθόν (απλό)
成長を阻んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
成長を阻みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
成長を阻まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
成長を阻みませんでした
Τε-μορφή
成長を阻んで
Δυνητική
成長を阻める
Προστακτική
成長を阻め
Βουλητική
成長を阻もう
Υποθετική (ば)
成長を阻めば