Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
我が世の春
我
我
わ
が
世
よ
の
春
はる
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ακμή, περίοδος δόξας, η κορύφωση της ευημερίας κάποιου