επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα προσηλωμένος αποκλειστικά σε ένα πράγμα, εμμονικά, έντονα
  2. 02 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα εγωιστικός, ιδιοτελής