まん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντοχή, υπομονή, καρτερία, επιμονή
  2. 02 αυτοέλεγχος, αυτοσυγκράτηση

Παραδείγματα

  • 我慢がまんします

    Θα κάνω υπομονή.

  • いたいけど、我慢がまんします

    Πονάω, αλλά θα το αντέξω.

  • 今日きょういそがしくてつかれていますが、もうひとがんばり、我慢がまんして仕事しごとつづけます。

    Αν και είμαι κουρασμένος και απασχολημένος σήμερα, θα κάνω υπομονή και θα συνεχίσω τη δουλειά μου για λίγο ακόμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
我慢する
Παρόν (ευγενικό)
我慢します
Άρνηση (απλή)
我慢しない
Άρνηση (ευγενική)
我慢しません
Παρελθόν (απλό)
我慢した
Παρελθόν (ευγενικό)
我慢しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
我慢しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
我慢しませんでした
Τε-μορφή
我慢して
Δυνητική
我慢できる
Προστακτική
我慢しろ
Βουλητική
我慢しよう
Υποθετική (ば)
我慢すれば