たたか

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 戦う πολεμώ, διεξάγω πόλεμο, μάχομαι
  2. 02 ειδικά ως 戦う συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι
  3. 03 ειδικά ως 闘う παλεύω (ενάντια σε αντιξοότητες), αγωνίζομαι, αντιστέκομαι

Παραδείγματα

  • 兵士へいしたたか

    Οι στρατιώτες μάχονται.

  • かれはいつもつためにたたか

    Αυτός παλεύει πάντα για να κερδίσει.

  • どんなに困難こんなん状況じょうきょうでも、希望きぼうってたたかつづけることが大切たいせつだ。

    Όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάσταση, είναι σημαντικό να συνεχίζουμε να παλεύουμε με ελπίδα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
戦う
Παρόν (ευγενικό)
戦います
Άρνηση (απλή)
戦わない
Άρνηση (ευγενική)
戦いません
Παρελθόν (απλό)
戦った
Παρελθόν (ευγενικό)
戦いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
戦わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
戦いませんでした
Τε-μορφή
戦って
Δυνητική
戦える
Προστακτική
戦え
Βουλητική
戦おう
Υποθετική (ば)
戦えば