たたかわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
  2. 02 βάζω να παλέψουν μεταξύ τους, αντιπαραθέτω
  3. 03 συζητώ έντονα, αντιπαρατίθεμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
戦わす
Παρόν (ευγενικό)
戦わします
Άρνηση (απλή)
戦わさない
Άρνηση (ευγενική)
戦わしません
Παρελθόν (απλό)
戦わした
Παρελθόν (ευγενικό)
戦わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
戦わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
戦わしませんでした
Τε-μορφή
戦わして
Δυνητική
戦わせる
Προστακτική
戦わせ
Βουλητική
戦わそう
Υποθετική (ば)
戦わせば