戦いくさ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: せん

  1. 01 πόλεμος, μάχη, εκστρατεία, αγώνας
  2. 02 αρχαϊκό στρατεύματα, δυνάμεις

Παραδείγματα

  • 昔むかし、戦いくさがあった。

    Παλιά, υπήρχε πόλεμος.

  • 長ながい戦いくさが終おわった後あと、平和へいわが訪おとずれた。

    Αφού τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος, ήρθε η ειρήνη.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいても、形かたちを変かえた戦いくさは続つづいていると言いえるだろう。

    Ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία, θα λέγαμε ότι οι πόλεμοι, έστω και με διαφορετική μορφή, συνεχίζονται.