おどける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αστειεύομαι, κάνω πλάκα, κάνω τον ανόητο, μιλάω ανόητα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα συμπεριφέρομαι ανάρμοστα, φέρομαι ανόητα για κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
戯ける
Παρόν (ευγενικό)
戯けます
Άρνηση (απλή)
戯けない
Άρνηση (ευγενική)
戯けません
Παρελθόν (απλό)
戯けた
Παρελθόν (ευγενικό)
戯けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
戯けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
戯けませんでした
Τε-μορφή
戯けて
Δυνητική
戯けられる
Προστακτική
戯けろ
Βουλητική
戯けよう
Υποθετική (ば)
戯ければ