戯画化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γελοιογραφική απεικόνιση, δημιουργία καρικατούρας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 戯画化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 戯画化します
- Άρνηση (απλή)
- 戯画化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 戯画化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 戯画化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 戯画化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 戯画化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 戯画化しませんでした
- Τε-μορφή
- 戯画化して
- Δυνητική
- 戯画化できる
- Προστακτική
- 戯画化しろ
- Βουλητική
- 戯画化しよう
- Υποθετική (ば)
- 戯画化すれば
- Υποθετική (たら)
- 戯画化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 戯画化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 戯画化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 戯画化しなさい
- Παθητική
- 戯画化される
- Αιτιατική
- 戯画化させる