もど

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω πίσω, επιστρέφω, δίνω πίσω, επαναφέρω (σε προηγούμενη κατάσταση, π.χ. ξεπαγώνοντας, ανασυνθέτοντας, συμφιλιώνοντας), γυρίζω πίσω (π.χ. δείκτη ρολογιού)
  2. 02 κάνω εμετό, εμετώ
  3. 03 ανακάμπτω (για τιμή αγοράς)

Παραδείγματα

  • ほんたなもど

    Βάζω το βιβλίο πίσω στο ράφι.

  • 設定せっていをデフォルトにもど

    Επαναφέρω τις ρυθμίσεις στις αρχικές.

  • 一度いちどこわれてしまった関係かんけいもともどのは簡単かんたんではない。

    Δεν είναι εύκολο να ξαναφτιάξεις μια σχέση που έχει ήδη χαλάσει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
戻す
Παρόν (ευγενικό)
戻します
Άρνηση (απλή)
戻さない
Άρνηση (ευγενική)
戻しません
Παρελθόν (απλό)
戻した
Παρελθόν (ευγενικό)
戻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
戻さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
戻しませんでした
Τε-μορφή
戻して
Δυνητική
戻せる
Προστακτική
戻せ
Βουλητική
戻そう
Υποθετική (ば)
戻せば