ところえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλάζω πλευρά, αλλάζω θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
所を替える
Παρόν (ευγενικό)
所を替えます
Άρνηση (απλή)
所を替えない
Άρνηση (ευγενική)
所を替えません
Παρελθόν (απλό)
所を替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
所を替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
所を替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
所を替えませんでした
Τε-μορφή
所を替えて
Δυνητική
所を替えられる
Προστακτική
所を替えろ
Βουλητική
所を替えよう
Υποθετική (ば)
所を替えれば