所帯じみる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι νοικοκυρεμένος
- 02 καταντώ φθαρμένος (από την οικογενειακή ζωή), χάνω τη λάμψη μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 所帯じみる
- Παρόν (ευγενικό)
- 所帯じみます
- Άρνηση (απλή)
- 所帯じみない
- Άρνηση (ευγενική)
- 所帯じみません
- Παρελθόν (απλό)
- 所帯じみた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 所帯じみました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 所帯じみなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 所帯じみませんでした
- Τε-μορφή
- 所帯じみて
- Δυνητική
- 所帯じみられる
- Προστακτική
- 所帯じみろ
- Βουλητική
- 所帯じみよう
- Υποθετική (ば)
- 所帯じみれば
- Υποθετική (たら)
- 所帯じみたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 所帯じみたい
- Απαγορευτική (~な)
- 所帯じみるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 所帯じみなさい
- Παθητική
- 所帯じみられる
- Αιτιατική
- 所帯じみさせる