ところせま

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνωστισμένος, γεμάτος, στριμωγμένος, περιορισμένος, κατάμεστος, υπερπλήρης

Κλίση

Παρόν (απλό)
所狭い
Παρόν (ευγενικό)
所狭いです
Άρνηση (απλή)
所狭くない
Άρνηση (ευγενική)
所狭くないです
Παρελθόν (απλό)
所狭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
所狭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
所狭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
所狭くなかったです
Τε-μορφή
所狭くて
Υποθετική (ば)
所狭ければ