せんどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποκίνηση, στάση, αναστάτωση, συνέργεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
扇動する
Παρόν (ευγενικό)
扇動します
Άρνηση (απλή)
扇動しない
Άρνηση (ευγενική)
扇動しません
Παρελθόν (απλό)
扇動した
Παρελθόν (ευγενικό)
扇動しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
扇動しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
扇動しませんでした
Τε-μορφή
扇動して
Δυνητική
扇動できる
Προστακτική
扇動しろ
Βουλητική
扇動しよう
Υποθετική (ば)
扇動すれば