がない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός έλλειψη εργατικού δυναμικού, υποστελεχωμένος, με ελλιπές προσωπικό
  2. 02 ιδιωματισμός αδυναμία δράσης για κάτι, έλλειψη επιλογών
  3. 03 ιδιωματισμός δεν υπάρχει λόγος να μην..., είναι αδύνατον να μην..., γιατί δεν;

Κλίση

Παρόν (απλό)
手がない
Παρόν (ευγενικό)
手がないです
Άρνηση (απλή)
手がなくない
Άρνηση (ευγενική)
手がなくないです
Παρελθόν (απλό)
手がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
手がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手がなくなかったです
Τε-μορφή
手がなくて
Υποθετική (ば)
手がなければ