άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταφεύγω στη βία, χρησιμοποιώ σωματική βία, χειροδικώ
  2. 02 μπορώ να αποκτήσω, έχω την οικονομική δυνατότητα, είμαι μέσα στις δυνατότητές μου
  3. 03 ιδιωματισμός επιχειρώ χτύπημα, κάνω αιώρηση σε κακή μπαλιά (μπέιζμπολ)
  4. 04 απλώνω το χέρι για να πάρω (σνακ κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
手が出る
Παρόν (ευγενικό)
手が出ます
Άρνηση (απλή)
手が出ない
Άρνηση (ευγενική)
手が出ません
Παρελθόν (απλό)
手が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
手が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手が出ませんでした
Τε-μορφή
手が出て
Δυνητική
手が出られる
Προστακτική
手が出ろ
Βουλητική
手が出よう
Υποθετική (ば)
手が出れば