はや

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός γρήγορος στη δουλειά
  2. 02 ιδιωματισμός επιτήδειος στο να ξεκινά ερωτικές σχέσεις με γυναίκες
  3. 03 ιδιωματισμός οξύθυμος, επιρρεπής στη χρήση βίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
手が早い
Παρόν (ευγενικό)
手が早いです
Άρνηση (απλή)
手が早くない
Άρνηση (ευγενική)
手が早くないです
Παρελθόν (απλό)
手が早かった
Παρελθόν (ευγενικό)
手が早かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手が早くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手が早くなかったです
Τε-μορφή
手が早くて
Υποθετική (ば)
手が早ければ