はなれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανεξαρτητοποιούμαι
  2. 02 φεύγω από τα χέρια κάποιου, βγαίνω από την κατοχή κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
手が離れる
Παρόν (ευγενικό)
手が離れます
Άρνηση (απλή)
手が離れない
Άρνηση (ευγενική)
手が離れません
Παρελθόν (απλό)
手が離れた
Παρελθόν (ευγενικό)
手が離れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手が離れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手が離れませんでした
Τε-μορφή
手が離れて
Δυνητική
手が離れられる
Προστακτική
手が離れろ
Βουλητική
手が離れよう
Υποθετική (ば)
手が離れれば