なずける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξημερώνω
  2. 02 κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου, με το μέρος μου φέρνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
手なずける
Παρόν (ευγενικό)
手なずけます
Άρνηση (απλή)
手なずけない
Άρνηση (ευγενική)
手なずけません
Παρελθόν (απλό)
手なずけた
Παρελθόν (ευγενικό)
手なずけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手なずけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手なずけませんでした
Τε-μορφή
手なずけて
Δυνητική
手なずけられる
Προστακτική
手なずけろ
Βουλητική
手なずけよう
Υποθετική (ば)
手なずければ