手にかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φροντίζω, ανατρέφω υπό την προσωπική μου επίβλεψη
- 02 σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια
- 03 διεκπεραιώνω προσωπικά, αναλαμβάνω (π.χ. μια εργασία)
- 04 ζητώ από κάποιον να αναλάβει να φέρει εις πέρας κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 手にかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 手にかけます
- Άρνηση (απλή)
- 手にかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 手にかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 手にかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 手にかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 手にかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 手にかけませんでした
- Τε-μορφή
- 手にかけて
- Δυνητική
- 手にかけられる
- Προστακτική
- 手にかけろ
- Βουλητική
- 手にかけよう
- Υποθετική (ば)
- 手にかければ
- Υποθετική (たら)
- 手にかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 手にかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 手にかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 手にかけなさい
- Παθητική
- 手にかけられる
- Αιτιατική
- 手にかけさせる