手につかない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε..., δεν μπορώ να εστιάσω σε... (λόγω απασχόλησης με κάτι άλλο), δεν μπορώ να ηρεμήσω για να καταπιαστώ με...
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 手につかない
- Παρόν (ευγενικό)
- 手につかないです
- Άρνηση (απλή)
- 手につかなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 手につかなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 手につかなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 手につかなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 手につかなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 手につかなくなかったです
- Τε-μορφή
- 手につかなくて
- Υποθετική (ば)
- 手につかなければ
- Υποθετική (たら)
- 手につかなかったら