るように

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρά (καταλαβαίνω, βλέπω, ακούω κ.λπ.), ολοκάθαρα, τέλεια, σαν να το έχει κανείς μπροστά στα μάτια του