あせにぎ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα, αγωνιώ με κομμένη την ανάσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
手に汗を握る
Παρόν (ευγενικό)
手に汗を握ります
Άρνηση (απλή)
手に汗を握らない
Άρνηση (ευγενική)
手に汗を握りません
Παρελθόν (απλό)
手に汗を握った
Παρελθόν (ευγενικό)
手に汗を握りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手に汗を握らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手に汗を握りませんでした
Τε-μορφή
手に汗を握って
Δυνητική
手に汗を握れる
Προστακτική
手に汗を握れ
Βουλητική
手に汗を握ろう
Υποθετική (ば)
手に汗を握れば