手に汗握る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αγωνιώ, περιμένω με κομμένη την ανάσα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 手に汗握る
- Παρόν (ευγενικό)
- 手に汗握ります
- Άρνηση (απλή)
- 手に汗握らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 手に汗握りません
- Παρελθόν (απλό)
- 手に汗握った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 手に汗握りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 手に汗握らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 手に汗握りませんでした
- Τε-μορφή
- 手に汗握って
- Δυνητική
- 手に汗握れる
- Προστακτική
- 手に汗握れ
- Βουλητική
- 手に汗握ろう
- Υποθετική (ば)
- 手に汗握れば
- Υποθετική (たら)
- 手に汗握ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 手に汗握りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 手に汗握るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 手に汗握りなさい
- Παθητική
- 手に汗握られる
- Αιτιατική
- 手に汗握らせる