ちる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιέρχομαι στα χέρια κάποιου, περνώ υπό τον έλεγχο κάποιου, γίνομαι ιδιοκτησία κάποιου (π.χ. ενός αντικειμένου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
手に落ちる
Παρόν (ευγενικό)
手に落ちます
Άρνηση (απλή)
手に落ちない
Άρνηση (ευγενική)
手に落ちません
Παρελθόν (απλό)
手に落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
手に落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手に落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手に落ちませんでした
Τε-μορφή
手に落ちて
Δυνητική
手に落ちられる
Προστακτική
手に落ちろ
Βουλητική
手に落ちよう
Υποθετική (ば)
手に落ちれば