手に落ちる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιέρχομαι στα χέρια κάποιου, περνώ υπό τον έλεγχο κάποιου, γίνομαι ιδιοκτησία κάποιου (π.χ. ενός αντικειμένου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 手に落ちる
- Παρόν (ευγενικό)
- 手に落ちます
- Άρνηση (απλή)
- 手に落ちない
- Άρνηση (ευγενική)
- 手に落ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 手に落ちた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 手に落ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 手に落ちなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 手に落ちませんでした
- Τε-μορφή
- 手に落ちて
- Δυνητική
- 手に落ちられる
- Προστακτική
- 手に落ちろ
- Βουλητική
- 手に落ちよう
- Υποθετική (ば)
- 手に落ちれば
- Υποθετική (たら)
- 手に落ちたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 手に落ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 手に落ちるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 手に落ちなさい
- Παθητική
- 手に落ちられる
- Αιτιατική
- 手に落ちさせる