える

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίσιμος, ικανός να αντιμετωπιστεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
手に負える
Παρόν (ευγενικό)
手に負えます
Άρνηση (απλή)
手に負えない
Άρνηση (ευγενική)
手に負えません
Παρελθόν (απλό)
手に負えた
Παρελθόν (ευγενικό)
手に負えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手に負えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手に負えませんでした
Τε-μορφή
手に負えて
Δυνητική
手に負えられる
Προστακτική
手に負えろ
Βουλητική
手に負えよう
Υποθετική (ば)
手に負えれば