ぬるい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαλαρός, επιεικής, χλιαρός, ήπιος
  2. 02 αργός, νωθρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
手ぬるい
Παρόν (ευγενικό)
手ぬるいです
Άρνηση (απλή)
手ぬるくない
Άρνηση (ευγενική)
手ぬるくないです
Παρελθόν (απλό)
手ぬるかった
Παρελθόν (ευγενικό)
手ぬるかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手ぬるくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手ぬるくなかったです
Τε-μορφή
手ぬるくて
Υποθετική (ば)
手ぬるければ