をこまねく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταυρώνω τα χέρια
  2. 02 παρακολουθώ άπραγος, μένω με σταυρωμένα τα χέρια
  3. 03 καθομιλουμένη παραμονεύω, περιμένω έτοιμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
手をこまねく
Παρόν (ευγενικό)
手をこまねきます
Άρνηση (απλή)
手をこまねかない
Άρνηση (ευγενική)
手をこまねきません
Παρελθόν (απλό)
手をこまねいた
Παρελθόν (ευγενικό)
手をこまねきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手をこまねかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手をこまねきませんでした
Τε-μορφή
手をこまねいて
Δυνητική
手をこまねける
Προστακτική
手をこまねけ
Βουλητική
手をこまねこう
Υποθετική (ば)
手をこまねけば