άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω το χέρι μου
  2. 02 ιδιωματισμός διακόπτω τις σχέσεις (με κάποιον), κόβω τους δεσμούς (με κάποιον), χωρίζω τους δρόμους μου (με κάποιον), σταματάω να συναλλάσσομαι (με κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
手を切る
Παρόν (ευγενικό)
手を切ります
Άρνηση (απλή)
手を切らない
Άρνηση (ευγενική)
手を切りません
Παρελθόν (απλό)
手を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
手を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手を切りませんでした
Τε-μορφή
手を切って
Δυνητική
手を切れる
Προστακτική
手を切れ
Βουλητική
手を切ろう
Υποθετική (ば)
手を切れば