くわえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εφαρμόζω κάποια επεξεργασία, υποβάλλω σε κάποια μεταχείριση
  2. 02 αναθεωρώ, διορθώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
手を加える
Παρόν (ευγενικό)
手を加えます
Άρνηση (απλή)
手を加えない
Άρνηση (ευγενική)
手を加えません
Παρελθόν (απλό)
手を加えた
Παρελθόν (ευγενικό)
手を加えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手を加えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手を加えませんでした
Τε-μορφή
手を加えて
Δυνητική
手を加えられる
Προστακτική
手を加えろ
Βουλητική
手を加えよう
Υποθετική (ば)
手を加えれば