つかねる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταυρώνω τα χέρια
  2. 02 παραμένω αδρανής, παρακολουθώ άπραγος

Κλίση

Παρόν (απλό)
手を束ねる
Παρόν (ευγενικό)
手を束ねます
Άρνηση (απλή)
手を束ねない
Άρνηση (ευγενική)
手を束ねません
Παρελθόν (απλό)
手を束ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
手を束ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手を束ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手を束ねませんでした
Τε-μορφή
手を束ねて
Δυνητική
手を束ねられる
Προστακτική
手を束ねろ
Βουλητική
手を束ねよう
Υποθετική (ば)
手を束ねれば