める

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αναμιγνύομαι, καταπιάνομαι, παίρνω μέρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
手を染める
Παρόν (ευγενικό)
手を染めます
Άρνηση (απλή)
手を染めない
Άρνηση (ευγενική)
手を染めません
Παρελθόν (απλό)
手を染めた
Παρελθόν (ευγενικό)
手を染めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手を染めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手を染めませんでした
Τε-μορφή
手を染めて
Δυνητική
手を染められる
Προστακτική
手を染めろ
Βουλητική
手を染めよう
Υποθετική (ば)
手を染めれば