かせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ μπελάδες, δυσκολεύω κάποιον, ταλαιπωρώ, δημιουργώ προβλήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
手を焼かせる
Παρόν (ευγενικό)
手を焼かせます
Άρνηση (απλή)
手を焼かせない
Άρνηση (ευγενική)
手を焼かせません
Παρελθόν (απλό)
手を焼かせた
Παρελθόν (ευγενικό)
手を焼かせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手を焼かせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手を焼かせませんでした
Τε-μορφή
手を焼かせて
Δυνητική
手を焼かせられる
Προστακτική
手を焼かせろ
Βουλητική
手を焼かせよう
Υποθετική (ば)
手を焼かせれば