マン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό χυδαίο δακτυλισμός (χειρωνακτική διέγερση των γυναικείων γεννητικών οργάνων), ερωτικό χάιδεμα με τα δάχτυλα

Κλίση

Παρόν (απλό)
手マンする
Παρόν (ευγενικό)
手マンします
Άρνηση (απλή)
手マンしない
Άρνηση (ευγενική)
手マンしません
Παρελθόν (απλό)
手マンした
Παρελθόν (ευγενικό)
手マンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手マンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手マンしませんでした
Τε-μορφή
手マンして
Δυνητική
手マンできる
Προστακτική
手マンしろ
Βουλητική
手マンしよう
Υποθετική (ば)
手マンすれば