ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω μια θέση (στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
手仕舞う
Παρόν (ευγενικό)
手仕舞います
Άρνηση (απλή)
手仕舞わない
Άρνηση (ευγενική)
手仕舞いません
Παρελθόν (απλό)
手仕舞った
Παρελθόν (ευγενικό)
手仕舞いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手仕舞わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手仕舞いませんでした
Τε-μορφή
手仕舞って
Δυνητική
手仕舞える
Προστακτική
手仕舞え
Βουλητική
手仕舞おう
Υποθετική (ば)
手仕舞えば