Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
手先が不器用
てさきがぶきよう
手
手
て
先
さき
が
不
ぶ
器
き
用
よう
άλλο, επίθετο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αδέξιος με τα χέρια, άγαρμπος